Πρωτομαγιες λευκωμα

 

Από την 1η του Μάη του 1893,

που η ελληνική εργατική τάξη γιόρτασε για πρώτη φορά την Πρωτομαγιά, πέρασαν 111 χρόνια. Για να γίνει, όμως, η γιορτή του 1893 απεργία, πέρασαν άλλα 26 ολόκληρα χρόνια. Έξι χρόνια αργότερα, την Πρωτομαγιά του 1926, οι απεργοί, πια, εργάτες ξεπερνάνε τις 10.000. Την 1η του Μάη του 1936, έχουμε και τα πρώτα θύματα. Οχτώ χρόνια αργότερα, έχουμε τις εκτελέσεις στην Καισαριανή. Η «γιορτή της άνοιξης», και στον τόπο μας - βαμμένη με το αίμα των εργατών - συνειδητοποιεί τον ταξικό χαρακτήρα της.

Σήμερα, πια, δε γιορτάζουμε! Διεκδικούμε! Και όχι, πια, οχτάωρα και σωστές συνθήκες δουλειάς. Αυτά πρέπει να θεωρούνται αυτονόητα! Σήμερα ο εργάτης είναι, πια, ώριμος να πλάσει μόνος του τη ζωή του. Μπορεί αυτή η ωριμότητα να μην εκφράζεται, ακόμα, από το σύνολο της εργατικής τάξης, αυτό όμως δε σημαίνει πως το αίτημα δεν είναι ώριμο. Πως το μυαλό της εργατικής τάξης δε δουλεύει προς αυτήν την κατεύθυνση. Πως το ζήτημα δεν έχει τεθεί...

Στη συνείδηση του εργαζόμενου, η Πρωτομαγιά δεν είναι, πια, μέρα εκδρομής! Σήμερα οι εργάτες δε βγαίνουν με το πανέρι τους να μαζέψουν λουλούδια. Ούτε, φυσικά, γιορτάζουν μαζί με τα αφεντικά τους. Οποιος δε βλέπει αυτές τις αλλαγές, και δεν τις αξιολογεί, ή είναι στραβός, ή παριστάνει τον στραβό. Αυτές οι αλλαγές είναι μέρος της επανάστασης. Χρειάστηκαν χρόνια αγώνων και χρόνια ζωής για να κατακτηθούν. Χρειάστηκε να χυθούν ποταμοί αίματος...

 

Οι πρώτοι γιορτασμοί στην Ελλάδα

Ο πρώτος γιορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα - ως μέρας της εργατικής τάξης - έγινε στις 2 Μάη του 1893 στο ΠαναΘηναϊκό Στάδιο. Οργανωτής του γιορτασμού υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών στη χώρα μας, ο ιδρυτής του "Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου" (1890) Σταύρος Καλέργης. Η εφημερίδα του συλλόγου "Σοσιαλιστής" έγραφε σχετικά γι' αυτήν την πρώτη πρωτομαγιάτικη εκδήλωση:

"Εις τας 2 Μαϊου, ώραν 5μμ, παρά το αρχαίον Στάδιον, τα μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου και μέγα πλήθος εκ των πασχουσών τάξεων, των ευρισκομένων υπό τον ζυγόν του μισθού, ακολουθούντες τον διεθνή των πασχουσών τάξεων αγώνα, συνηθροίσθησαν προς διαμαρτύρησιν εναντίον του σημερινού αθλίου συστήματος, όπου δυστυχούν οι πολλοί κοπιωδώς εργαζόμενοι και ευτυχούν οι ολίγοι οκνηροί πλούσιοι μη εργαζόμενοι. Αφού συνήλθον πλέον των δύο χιλιάδων ατόμων μίλησε ο πολίτης Σταύρος Καλέργης. Μετά τον λόγον του Σταύρου Καλέργη, οι συγκεντρωμένοι υπόγραψαν ψήφισμα "διά να δοθεί εν καιρώ στη Βουλήν"".

Στο λόγο του Στ. Καλέργη, αλλά και στο ψήφισμα, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζονταν τα παρακάτω αιτήματα:

- Κυριακάτικη αργία

- Οχτάωρο

- Ταμεία αλληλοβοήθειας.

 

 

Αυστρακή αφίσα για την 1η Μάη 1891

 

Η γέννηση της Εργατικής Πρωτομαγιάς

 

«Θα οργανωθεί μια μεγάλη διεθνής εκδήλωση για μια καθορισμένη ημερομηνία, με τέτοιο τρόπο, ώστε οι εργάτες σε όλες τις χώρες και σε όλες τις πόλεις ν' απευθύνουν ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη μέρα, προς τις δημόσιες αρχές, ένα αίτημα για να καθοριστεί η εργάσιμη μέρα σε οκτώ ώρες και να τεθούν σε ισχύ οι άλλες αποφάσεις του Διεθνούς Συνεδρίου του Παρισιού.

Ενόψει του ότι μια τέτοια εκδήλωση έχει ήδη αποφασιστεί από την Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας στο συνέδριό της, το Δεκέμβρη του 1888 στο Σεντ Λούις για την 1η του Μάη 1890, η μέρα αυτή γίνεται δεκτή σαν η μέρα για τη διεθνή εκδήλωση. Οι εργάτες των διαφόρων χωρών θα πρέπει να οργανώσουν την εκδήλωση με τρόπο ανάλογο προς τις συνθήκες της χώρας τους» (Φίλιπ Φόνερ: «ΕργατικήΠρωτομαγιά 1886- 1986», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 55 και Ουίλιαμ Φόστερ: «Η Ιστορία των τριών Διεθνών», Αθήνα 1975, σελ. 175).

Μ' αυτήν την απόφαση, που πάρθηκε στις 20 Ιουλίου 1889, το ιδρυτικό συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς όρισε τη 1η Μάη ως τη διεθνή μέρα αγώνα των εργατών. Στην ιστορία όμως έμεινε το 1886 ως το έτος, στο οποίο γεννήθηκε η ΕργατικήΠρωτομαγιά. Ας δούμε αναλυτικότερα το γιατί.

Η προϊστορία της «Ημέρας των εργατών»

Η «ημέρα των εργατών» δεν προέκυψε τυχαία και, φυσικά, δεν απασχόλησε το εργατικό κίνημα μόνο προς το τέλος του 19ου αιώνα. Στην αρχαιότητα και στο μεσαίωνα υπήρχαν, σε διάφορα μέρη του κόσμου, συγκεκριμένες ημέρες, κατά τις οποίες τιμούνταν η χειρωνακτική εργασία. Αργότερα, κατά τη γαλλική επανάσταση, ορίστηκε μια ειδική μέρα του Σεπτέμβρη που θεωρούνταν εργατική αργία, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη δεκαετία του 1790 άρχισε να γιορτάζεται η 4η Ιούλη κάθε έτους ως η μέρα των εργατών και των καταπιεσμένων, κατά την οποία διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους. Η παράδοση αυτή, να γιορτάζεται δηλαδή η 4η Ιούλη ως μέρα των εργατών, κράτησε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως τη δεκαετία του 1880 και στη συνέχεια επισκιάστηκε από την «Ημέρα της Εργασίας» - που γιορταζόταν την πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη κάθε έτους - και από την Πρωτομαγιά.

Η «Ημέρα των Εργατών» γενικά, και ειδικότερα η Πρωτομαγιά έχει συνδεθεί πρωτίστως με τον αγώνα της εργατικής τάξης για πραγματική μείωση του χρόνου εργασίας, και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα άλλα αιτήματα που κατά καιρούς έβαζε και βάζει το εργατικό κίνημα αυτή τη μέρα δεν έχουν το δικό τους ειδικό βάρος στον ταξικό αγώνα που διεξάγει. Ομως, ο χρόνος εργασίας ήταν και παραμένει ένα κομβικό σημείο στην ταξική πάλη, δεδομένου ότι συνδέεται άμεσα με το σύνολο των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των εργατών, με τους όρους, δηλαδή, πώλησης της εργατικής δύναμης, πρωτίστως δε με το βαθμό εκμετάλλευσής της και, φυσικά, με τις δυνατότητες που έχει ο εργάτης να ασχολείται με τον εαυτό του και με τα κοινά.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο χρόνος εργασίας στις βιομηχανίες του τότε ανεπτυγμένου κόσμου έφτανε τις 12 και 14 ώρες ημερησίως, ενώ κατά την περίοδο των Ναπολεόντειων Πολέμων ανέβηκε κατά 4 έως 6 ώρες επιπλέον. Γενικά πάντως, δεν υπήρχε σταθερός χρόνος εργασίας κι αυτό ήταν ένα ουσιαστικό πρόβλημα άμεσα συνδεδεμένο με το γενικότερο πρόβλημα των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης. Ετσι, στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη δεκαετία του 1790 άρχισαν οι πρώτοι εργατικοί αγώνες για την καθιέρωση της δεκάωρης εργασίας με πρόσθετη πληρωμή για τις υπερωρίες. Η πάλη για το θέμα αυτό υπήρξε αρκετά σκληρή κατά τα επόμενα χρόνια και μόνο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κατορθώθηκε να γίνει το δεκάωρο η κανονική εργάσιμη μέρα για τους περισσότερους ειδικευμένους Αμερικανούς τεχνίτες. Για την πλειοψηφία των εργατών, όμως, το πρόβλημα παρέμενε και μόνο γύρω στο 1860 οι ώρες εργασίας μειώθηκαν στις 11. Εχει, πάντως, ξεχωριστή σημασία να σημειώσουμε πως σ' όλο το διάστημα που διεξαγόταν ο αγώνας για το δεκάωρο πρωτοπόροι εργατικοί ηγέτες, καθώς και εργατικές οργανώσεις άρχισαν να διατυπώνουν το αίτημα για την καθιέρωση της οχτάωρης εργασίας (Βλέπε: Φ. Φόνερ, στο ίδιο, σελ. 9 - 16 και «Κοινωνιολογικόν και Πολιτικόν Λεξικόν», εφημερίδα «Ανεξάρτητος», τόμος 13, Ιανουάριος 1935, σελ. 2562).

Το Οχτάωρο

 

 

Το αίτημα για οχτάωρη εργασία διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην Αγγλία το 1829 από την «Εθνική Ενωση για την Προστασία της Εργασίας» και εφαρμόστηκε στην αποικία της Βικτωρίας την 21η Απρίλη του 1856 (Βλέπε: «Κοινωνιολογικόν και Πολιτικόν Λεξικόν» της εφημερίδας «Ανεξάρτητος», λήμμα «Οκτάωρον»). Οραματισμοί για το Οχτάωρο άρχισαν να εκφράζονται και στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1829, ενώ τα πρώτα σημαντικά μέτρα για την εξασφάλισή του το εργατικό κίνημα των ΗΠΑ άρχισε να τα παίρνει από το 1863. Μετά, όμως, από τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο (1861 - 1865) ο αγώνας για την οχτάωρη εργάσιμη ημέρα πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Γράφει ο Μαρξ σχετικά: «Στις Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής παράλυε κάθε αυτοτελές εργατικό κίνημα, όσον καιρό η δουλεία παραμόρφωνε ένα μέρος της δημοκρατίας. Η εργασία των ανθρώπων με λευκή επιδερμίδα δεν μπορεί να χειραφετηθεί εκεί όπου στιγματίζεται η εργασία των ανθρώπων με μαύρη επιδερμίδα. Από το θάνατο της δουλείας όμως, ξεπήδησε αμέσως μια καινούρια ξανανιωμένη ζωή. Ο πρώτος καρπός του εμφυλίου πολέμου ήταν η ζύμωση για το οχτάωρο, που με ταχύτητα ατμομηχανής προχωρεί από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό Ωκεανό, από τη Νέα Αγγλία ως την Καλιφόρνια. Το πανεργατικό συνέδριο της Βαλτιμόρης (16 Αυγούστου 1866) διακηρύχνει: "Η πρώτη και μεγάλη απαίτηση της σημερινής εποχής για ν' απελευθερωθεί η εργασία αυτής της χώρας από την καπιταλιστική σκλαβιά είναι η έκδοση ενός νόμου, που θα καθορίζει ότι το 8ωρο θ' αποτελεί την κανονική εργάσιμη ημέρα σ' όλες τις Πολιτείες της αμερικανικής Ενωσης. Είμαστε αποφασισμένοι να καταβάλλουμε όλες μας τις δυνάμεις, ώσπου να πετύχουμε αυτό το ένδοξο αποτέλεσμα"» (Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδόσεις ΣΕ, τόμος πρώτος, σελ. 314 - 315).

Το αίτημα του οχταώρου - καθώς και άλλα εργατικά αιτήματα - αποδέχτηκε και η Διεθνής Ενωση Εργατών (Πρώτη Διεθνής), η οποία, στο συνέδριο της στη Γενεύη, το Σεπτέμβρη του 1866, πήρε την εξής απόφαση: «Η μείωσις των ωρών εργασίας οφείλει να είναι το πρώτον βήμα προς τη χειραφέτησιν του εργάτου. Κατ' αρχήν η οκτάωρος εργασία πρέπει να θεωρηθή επαρκής και η νυκτερινή εργασία να επιτρέπεται μόνον εξαιρετικώς» («Κοινωνιολογικόν και Πολιτικόν Λεξικόν» της εφημερίδας «Ανεξάρτητος», λήμμα «Οκτάωρον», Ουίλ. Φόστερ: «Η ιστορία των τριών διεθνών», σελ. 79, Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος πρώτος σελ. 315 κ.ά.). Ετσι το αίτημα του οχτάωρου έγινε αίτημα του παγκόσμιου προλεταριάτου. Ομως, ο αγώνας για την κατάκτησή του στις Ηνωμένες Πολιτείες έμελλε να αποτελέσει την αιτία για την καθιέρωση της Πρωτομαγιάς ως παγκόσμιας ημέρας των εργατών.

 

Η Πρωτομαγιά του 1886

Οπως προαναφέραμε, μετά τον αμερικανικό εμφύλιο, η πάλη για ο οχτάωρο πήρε εκρηκτικές διαστάσεις στις ΗΠΑ. Σε πολλές Πολιτείες, έγινε δυνατή ακόμη και η νομοθετική του κατοχύρωση, αλλά οι νόμοι που θεσπίστηκαν περιείχαν πολλά παραθυράκια, τα οποία και αξιοποιούσαν οι εργοδότες για να αυξάνουν το χρόνο εργασίας κατά πώς ήθελαν. Στη διάρκεια, μάλιστα, της οικονομικής ύφεσης 1873 - 1879, η εργάσιμη μέρα μεγάλωσε αισθητά σε πολλούς χώρους εργασίας και το αμερικανικό εργατικό κίνημα υποχρεώθηκε να δώσει σκληρούς αγώνες για την προστασία των δικαιωμάτων και των κατακτήσεών του.

Το 1884, στο συνέδριό της η νεοσύστατη, τότε, Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας αποφάσισε ότι η 1η Μάη του 1886 θα είναι ημέρα ενός εκτεταμένου απεργιακού αγώνα των εργατών, με σκοπό την καθιέρωση του Οχτάωρου. Την απόφαση αυτή, στη συνέχεια, την πήρε στα χέρια της η ίδια η εργατική τάξη των Ηνωμένων Πολιτειών και την έκανε πράξη. Οσο, δε, πλησίαζε η εν λόγω ημερομηνία, τόσο περισσότερο ζούσαν οι Αμερικανοί εργάτες τον πυρετό της μάχης. Είχαν δημιουργήσει, μάλιστα, κι ένα τραγούδι για το Οχτάωρο, το οποίο έλεγε:

«Σκοπεύουμε ν' αλλάξουμε τα πράγματα.

Οχι πια να μοχθούμε απ' τα χαράματα.

Ισα - ίσα μόνο για να ζούμε,

Να μην έχουμε ποτέ μια ώρα για να σκεφτούμε.

Θέλουμε να νιώσουμε τον ήλιο,

Θέλουμε να μυρίσουμε τ' άνθη

Είμαστε σίγουροι πως είναι θέλημα θεού

Και τ' αποφασίσαμε να έχουμε οχτάωρο.

Καλούμε τις δυνάμεις από

Ναυπηγεία κι εργοστάσια:

Οχτώ ώρες για εργασία, οχτώ ώρες για

ανάπαυση

κι οχτώ ώρες για ό,τι θέλουμε»

Στην πρωτομαγιάτικη απεργία του 1886, στις ΗΠΑ, γύρω στο μισό εκατομμύριο εργάτες παράτησαν τη δουλιά τους και συνενώθηκαν στους δρόμους του αγώνα. Σημαντικές απεργίες και διαδηλώσεις έγιναν στις περισσότερες από τις μεγάλες πόλεις, αλλά και στις μικρές πόλεις και κωμοπόλεις. Επίκεντρο, όμως, του αγώνα αναδείχτηκε το Σικάγο, με 90.000 διαδηλωτές στους δρόμους. Ηταν τόσο μεγάλη και τόσο επιβλητική η κινητοποίηση της εργατικής τάξης του Σικάγου, που οι καπιταλιστές θεώρησαν πως έπρεπε να επιβληθούν δυναμικά. Ετσι, πραγματοποίησαν ένα από τα πιο επαίσχυντα εγκλήματά τους σε βάρος των εργατών. Στις 3 Μάη, η αστυνομία πυροβόλησε εν ψυχρώ εναντίον εργατών που διαδήλωναν - κατά των απεργοσπαστών - έξω από το εργοστάσιο θεριστικών μηχανών «Μακ Κόρμικ». Το αποτέλεσμα ήταν να δολοφονηθούν εν ψυχρώ 4 διαδηλωτές και να τραυματιστούν αρκετοί. Την επομένη, 4 Μάη, η εργατική τάξη του Σικάγου πραγματοποίησε διαδήλωση διαμαρτυρίας στο Χέιμαρκετ, όπου κάποιος προβοκάτορας έριξε βόμβα, σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας πάνω από 70 αστυνομικούς. Οι υπόλοιποι αστυνομικοί ανασυγκροτήθηκαν κι άρχισαν να πυροβολούν εναντίον του πλήθους, προκαλώντας πλήθος τραυματιών και τουλάχιστον ένα νεκρό. Τις επόμενες μέρες, πέθαναν άλλοι έξι τραυματίες αστυνομικοί, αλλά ο θάνατός τους ήταν συνέπεια τραυματισμών που υπέστησαν από τους αδιάκριτους πυροβολισμούς των συναδέλφων τους.

Η, από κάθε άποψη, τραγωδία του Χέιμαρκετ έδωσε την ευκαιρία στο αστικό κράτος να προχωρήσει σε συλλήψεις εργατών ηγετών. Συγκεκριμένα, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε σκηνοθετημένη δίκη οχτώ άνθρωποι, που είτε δε βρίσκονταν στην πλατεία του Χέιμαρκετ, όταν ρίχτηκε η βόμβα, είτε δεν ήταν σε θέση, έμμεσα ή άμεσα, να έχουν την παραμικρή εμπλοκή σ' αυτήν την υπόθεση. Τελικά, από τους 8, οι Πάρσανς, Σπάις, Φίσερ και Εγκελ απαγχονίστηκαν στις 11 Νοέμβρη 1887, ο Λιγκ βρέθηκε νεκρός στο κελί του και οι Νιμπ, Σουάμπ και Φίλντεν καταδικάστηκαν σε πολλά χρόνια καταναγκαστικά έργα.

Η πρωτομαγιάτικη απεργία του 1886 είχε ως αποτέλεσμα 185.000 εργάτες να κερδίσουν το 8ωρο και τουλάχιστον 200.000 εργάτες να μειώσουν το χρόνο εργασία τους από τις 12 στις 10 και 9 ώρες. Σε πολλές, επίσης, περιοχές, κερδήθηκε η ημιαργία του Σαββάτου, ενώ αρκετές βιομηχανίες σταμάτησαν την κυριακάτικη εργασία. Ηταν λογικό, επομένως, να υιοθετηθεί η Πρωτομαγιά ως η παγκόσμια μέρα της εργατικής τάξης. Αρχισε δε να γιορτάζεται ως τέτοια από το 1890. Εκείνη ακριβώς τη μέρα, την 1η Μάη του 1890, ο Ενγκελς σημείωνε, ανάμεσα σε άλλα, στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου: «Σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές, το προλεταριάτο της Ευρώπης και της Αμερικής επιθεωρεί τις δυνάμεις του, που για πρώτη φορά κινητοποιούνται σε μια στρατιά, κάτω από μια σημαία και για έναν άμεσο σκοπό: Για το νομοθετικό καθορισμό της κανονικής οχτάωρης εργάσιμης ημέρας, που διακηρύχτηκε ακόμα από το 1866, από το Συνέδριο της Διεθνούς στη Γενεύη και ξανά ύστερα από το Εργατικό Συνέδριο του Παρισιού στα 1899. Και το θέαμα της σημερινής μέρας θα δείξει στους καπιταλιστές και στους γαιοχτήμονες όλων τω χωρών ότι οι προλετάριοι όλων των χωρών είναι σήμερα πραγματικά ενωμένοι.

Ας ήταν ο Μαρξ πλάι μου να το 'βλεπε αυτό με τα ίδια του τα μάτια!».

Γυναίκες που «έπεσαν» την Πρωτομαγιά

Ματοβαμμένες οι πρώτες - κι όχι μόνον - Πρωτομαγιές του εργατικού κινήματος. Οι περισσότεροι γνωρίζουν για την πρώτη αιματηρή εργατικήΠρωτομαγιά στο Σικάγο, το 1886.

Πόσοι, όμως, γνωρίζουν τη δεύτερη Πρωτομαγιά, όταν αιματοκύλησαν τους απεργούς υφαντουργούς στο Φουρμί της Βόρειας Γαλλίας το 1891; Πόσοι - και πόσες - ξέρουν ότι ανάμεσα στους εννέα νεκρούς και τους εβδομήντα τραυματίες, πρωταγωνιστούσαν νέες κοπέλες και παιδιά;

Ακριβώς ένα χρόνο πριν από τους τουφεκισμούς στο Φουρμί, οι εργατικές κινητοποιήσεις για την Πρωτομαγιά του 1890 είχαν τρομάξει τόσο την αστική τάξη, ώστε είχαν θέσει κυριολεκτικά το Παρίσι σε κατάσταση πολιορκίας. Ολόκληρα συντάγματα είχαν συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα. Πραγματική επιστράτευση!

Στο Φουρμί, ένα χρόνο μετά, είχε οργανωθεί εκ των προτέρων μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των πιθανών απεργών. Ο δήμαρχος Ογκιστ Μπερνιέ και ο πρόεδρος της Ενωσης των Βιομηχάνων, Σαρλ Μπελέν, είχαν ανάμειξη στην παρουσία του στρατού. Από το πρωί, όταν οι εργάτες συγκεντρώθηκαν μπροστά στο υφαντουργείο «Το Απαράμιλλο», για να παρακινήσουν αυτούς που βρίσκονταν μέσα να ενωθούν μαζί τους στη διαδήλωση, μια ομάδα στρατιωτών υπό τις διαταγές ενός υπολοχαγού συνέλαβε πολλούς άντρες. Οταν οι γυναίκες τους και οι σύντροφοί τους διαμαρτυρήθηκαν, τους διαβεβαίωσαν ότι θα τους άφηναν ελεύθερους το μεσημέρι. Ψεύτικες υποσχέσεις! Η οργή των εργατών άρχισε να φουντώνει. Το απόγευμα, η οργή αυτή εκφράστηκε σε διαδήλωση...

Τα πυρρόξανθα μαλλιά πέταξαν...

«Ομως, γράφει ο Ροζέ Μπορντιέ σε άρθρο του με τίτλο "Πυροβολήστε, δεν είναι παρά εργάτες", η διαδήλωση αυτή δεν ήταν πυκνή και δεν έδειχνε ιδιαίτερα απειλητική - υπήρχαν μάλιστα και μερικές εκδηλώσεις χαράς. Και η χαρά όμως δεν είναι αποδεκτή. Πυρ!».

Να πώς περιγράφει ο ίδιος συγγραφέας τη συγκλονιστική σκηνή του φονικού στο βιβλίο «Η Μαύρη Βίβλος του Καπιταλισμού» (εκδόσεις «Λιβάνης»): «Μια εικοσάχρονη νεαρή κοπέλα, η Μαρί Μπολντό, βάδιζε επικεφαλής της πορείας, κρατώντας ένα κλαδί με λευκάνθεμα. Πυρ!

Καθώς οι σφαίρες τη βρήκαν στο πρόσωπο, τα μαλλιά της Μαρί κυριολεκτικά αποκολλήθηκαν από το κεφάλι της, τα μακριά πυρρόξανθα μαλλιά της πετούσαν στον αέρα μαζί με τα λευκάνθεμα κάτω από το όμορφο φως του ήλιου του Βορρά και - αντέχετε να ακούσετε αυτήν τη λεπτομέρεια; - τα μαλλιά της δε βρέθηκαν ποτέ. Το μόνο που βρέθηκε στη γωνιά του πεζοδρομίου ήταν κομμάτια από μυαλά και οστά...».

«Φτάνει! Φτάνει, θα πείτε εσείς με τις ευαίσθητες ψυχές, που γνωρίζετε τόσο καλά να προσεύχεστε για τη σωτηρία της ψυχής και για την άνοδο του Χρηματιστηρίου. Φτάνει! Μα τι νομίζετε! Αυτές οι λεπτομέρειες μάς προκαλούν την ίδια απέχθεια που προκαλούν και σ' εσάς. Ποιος, όμως, είναι υπεύθυνος γι' αυτές; Οι νεκροί ήταν εννιά»...

Ο ταγματάρχης Σαπίς, που έδωσε δυο φορές το παράγγελμα στους στρατιώτες να ανοίξουν πυρ, παρασημοφορήθηκε αργότερα από το στρατηγό Γκαλιφέ. Αυτός ήταν επικεφαλής των δυνάμεων που κατέστειλαν την Κομμούνα του Παρισιού.

Τα ονόματα των νεκρών της Πρωτομαγιάς είναι γραμμένα σε μια στήλη στο Φουρμί - και η Μαρί δεν ήταν η μόνη που δολοφονήθηκε: Ηταν οι: Λουίζ Ιμπλέ, είκοσι χρόνων, Σαρλ Λερουά, είκοσι ενός, Γκιστάβ Πέστιο, δεκάξι χρόνων, Εμίλ Σεγκό, τριάντα, Φελίσι Τονελιέ δεκαεφτά χρόνων, Μαρί Μπλοντό είκοσι, Εμιλ Κορνάιγ δέκα χρόνων, Ματί Ντιό δεκαεφτά και Κλεμπέρ Ζιλοτό δεκαεννέα χρόνων. Οταν τον χτύπησαν, κουνούσε πάνω από το κεφάλι του τη γαλλική σημαία... Και ο δεκάχρονος Εμίλ Κορνάιγ; Ο μικρός με το αδύναμο κορμάκι του, διάτρητο από σφαίρες, άφησε την τελευταία του πνοή μπροστά στο καφενείο «Χρυσό δαχτυλίδι», όπου προσπάθησε να βρει καταφύγιο...

Και στην Κομμούνα του Παρισιού

Δεν ήταν ο μόνος ανήλικος μάρτυρας... Στη διάρκεια της αιματοβαμμένης εβδομάδας της Κομμούνας, το Μάη του 1871, όταν ο λαός είχε πια ηττηθεί, σε μερικές συνοικίες του Παρισιού γινόταν πραγματικό κυνήγι με θηράματα, όχι μόνο γυναίκες (τις διάσημες «Πυρπολήτριες», που άναβαν πυρκαγιές με πετρέλαιο), αλλά και παιδιά. Οι αστοί ήταν βέβαιοι ότι οι νέοι αυτοί γαβριάδες, ικανοί να χώνονται παντού, θ' άναβαν πολλές πυρκαγιές. Ηταν αυτά τα ίδια παιδιά, που στα δέκα και δώδεκα χρόνια τους εργάζονταν τη νύχτα, δούλευαν σε ορυχεία και σε εργοστάσια, ήταν αυτά που μαζί με το γυναικείο εργατικό δυναμικό συνέβαλαν στα κέρδη των βιομηχάνων (καθώς τόσο τα παιδιά, όσο και οι γυναίκες αμείβονταν με μικρότερους μισθούς).

Τώρα, μετά την πτώση της Κομμούνας, είχαν τεθεί σε διωγμό: Στο ίδιο άρθρο του Μπορντιέ διαβάζουμε ότι ο αντιδραστικός ιστορικός Ντόμπαν προσπάθησε μάταια στην οδό Ντε λα Πε να γλιτώσει από το θάνατο ένα πεντάχρονο κοριτσάκι! Ενας άλλος αυτόπτης μάρτυρας θα εξιστορούσε αργότερα ότι είχε δει να οδηγούν μερικά πάμφτωχα παιδάκια σ' ένα στρατώνα για να τα εκτελέσουν. Είχε προσέξει ότι ένα από αυτά, που έκλαιγε, φορούσε ξύλινα τσόκαρα χωρίς κάλτσες. Επειτα, οι βαριές πόρτες έκλεισαν. Και ενώ αυτός φώναζε στους στρατιώτες «είναι ντροπή να σκοτώνετε παιδιά!», κάποιοι καλοί αστοί που βρίσκονταν γύρω του άρχισαν να βρυχώνται: «Καλά κάνουν. Ας μας απαλλάξουν από τη σπορά του όχλου!».

(Κάπως έτσι θα πρέπει να έβλεπαν και οι χασάπηδες του Μπους τα παιδάκια στο Ιράκ και πιο πριν στη Γιουγκοσλαβία!)

Πυροβολήστε, δεν είναι παρά εργάτες!

Τα παιδιά των εργατών, αλλά και οι εργάτριες δεν ήταν τίποτα μπροστά στα κέρδη που έπρεπε να διασφαλιστούν. Το ίδιο ίσχυε παντού και πάντα - και βέβαια δε θα ήταν εξαίρεση οι Ελληνες κεφαλαιοκράτες: Ηδη, από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, αναφέρονται τρεις εργάτριες νεκρές από σφαίρες σε εργατικά συλλαλητήρια. Η Μαρία Χουσιάδου (1924), η Βασιλική Γεωργαντέλλη (1926) και η Κωνσταντέλλη, επίσης καπνεργάτρια από το Αγρίνιο (1927). Ο φόνος της Βασιλικής Γεωργαντέλλη ήταν διπλός: Εγκυος, και στη φωτογραφία της κηδείας της φαίνεται ότι σύντομα περίμενε να γεννήσει...

Ετσι, με αγώνα και αίμα, κερδήθηκαν οι εργατικές νίκες. Ομως, οι κατακτήσεις αυτές παίρνονται σήμερα μία μία πίσω. Αν δε βάλουμε κι εμείς πλάτη και δεν αντισταθούμε, θα ξαναβρεθούμε εκεί απ' όπου ξεκίνησαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας...

Γυναίκες εκτελεσμένες στο Χαϊδάρι

Στην Ελλάδα, η πρώτη εργατική Πρωτομαγιά γιορτάστηκε το 1894. Το 1918, η γιορτή πήρε μαζικό και επιβλητικό χαρακτήρα. Το 1924, ο τσαγκάρης Παρασκευαΐδης πέφτει - πρώτος νεκρός - στην εργατική συγκέντρωση από σφαίρα αστυνομικού μπροστά στο Εργατικό Κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία Λουδοβίκου. Την Πρωτομαγιά του 1936 κηρύχτηκε γενική πανελλαδική απεργία. Στην Αθήνα συγκεντρώθηκαν 15.000 εργάτες των ενωτικών συνδικάτων, στην Αγία Ελεούσα. Στις 9 Μάη στη Θεσσαλονίκη χτυπάει η αστυνομία τους εργάτες και σκοτώνει είκοσι. Γνωστή είναι και η ματοβαμμένη Πρωτομαγιά του 1944, όπου οι Γερμανοί εκτέλεσαν στην Καισαριανή διακόσιους κομμουνιστές που πήραν από το Χαϊδάρι. Ανάμεσά τους και ο λεβέντης Ναπολέοντας Σουκατζίδης, που αρνήθηκε να σωθεί, όπως του πρότειναν οι ναζί, αν εκτελούσαν κάποιον άλλο στη θέση του. Λιγότερο γνωστό είναι ότι οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και τις επόμενες μέρες του φοβερού εκείνου Μάη: Οπως διαβάζουμε στα «Χρονικά» της Μέλπως Αξιώτη (εκδόσεις «Κέδρος»), στις 3 του Μάη, πήραν τις πέντε πρώτες γυναίκες για εκτέλεση: Φρόσω Χατζηδάκη 73 χρόνων, μαζί με την κόρη της Μαρία 35 χρόνων, Ντέρη 22 χρόνων, είχαν εκτελεστεί κι άλλα δύο αδέλφια της, Ανισίου 35 χρόνων είχε εκτελεστεί κι ο αρραβωνιαστικός της, ανάπηρος του αλβανικού πολέμου. Χωραφά, 45 χρόνων, είχε εκτελεστεί και ο άντρας της. Από τότε εκτέλεσαν κι άλλες, πολλές γυναίκες... Πόσες άγνωστες σελίδες από τις ελληνικές Πρωτομαγιές - και όχι μόνο! Κάποτε η ελληνική νεολαία χρειάζεται να τις διαβάσει...

Ιστορικές Πρωτομαγιές στην Ελλάδα

 

Η βίαιη - και τις περισσότερες φορές αιματηρή - καταστολή των πρωτομαγιάτικων συγκεντρώσεων στην Ελλάδα ήταν ο κανόνας έως και τις πρώτες δεκαετίες του 1900. Ουκ ολίγα τα θύματα ανάμεσα στους εργάτες που «τολμούσαν» να αμφισβητήσουν τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, να τις καταδικάσουν και να διεκδικήσουν δικαιώματα που σήμερα φαντάζουν ως αυτονόητα. Η Πρωτομαγιά ως σύμβολο αντίστασης και αγώνα για τους όπου Γης εργάτες ήταν επικίνδυνη και το ανατρεπτικό περιεχόμενο που της προσέδιδε κάθε φορά το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, έπρεπε να αντιμετωπιστεί με κάθε τρόπο και μέσο. Η Πρώτη του Μάη έπρεπε να αποφορτιστεί, να αποψιλωθεί από τα μηνύματά της και να μετατραπεί το πολύ πολύ σε γιορτή των λουλουδιών. Η αστική τάξη δεν τα κατάφερε, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές της.

Στην Ελλάδα η πρώτη Πρωτομαγιά γιορτάστηκε το 1893 στους Στύλους του Ολυμπίου Διός από τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Ομιλο του Σταύρου Καλλέργη. Την επόμενη χρονιά, 1894, η Πρωτομαγιά γιορτάζεται στο Παναθηναϊκό Στάδιο από όλους τους σοσιαλιστικούς ομίλους. Στο ψήφισμα εκείνης της συγκέντρωσης περιλαμβάνονται τρία αιτήματα, πρωτοποριακά για την εποχή τους, με τεράστια σημασία όμως για τους εργάτες που «διεξήγαγαν απεγνωσμένο με το θάνατο αγώνα» στους χώρους δουλιάς. Τρία αιτήματα που κατακτήθηκαν λίγες δεκαετίες μετά και αφού μεσολάβησαν σκληροί αγώνες και που σήμερα ως κεκτημένα δικαιώματα πια εκπέμπουν σήμα κινδύνου.

Διαβάζουμε στο ψήφισμα: «Συνελθόντες σήμερον την 1ην Μάη, αποφασίζομεν και ψηφίζομεν:

α. Την Κυριακήν να κλείνονται τα καταστήματα καθ' όλην την ημέραν και οι εργάται να αναπαύονται.

β. Οι εργάται να εργάζονται επί 8 ώρας την ημέραν και να απαγορευθεί η εργασία εις τους ανηλίκους.

γ. Να απονέμεται σύνταξις εις τους εργάτας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς συντήρηση εαυτών και της οικογενείας των».

Ενας δεύτερος σημαντικός σταθμός στην ιστορία του εργατικού κινήματος της χώρας μας είναι η Πρωτομαγιά του 1919 κι αυτό γιατί έχει προηγηθεί η ίδρυση της ΓΣΕΕ, αλλά και του ΣΕΚΕ, του μετέπειτα ΚΚΕ, ένα περίπου χρόνο πριν.

Αυτή την Πρωτομαγιά διοργανώνουν λοιπόν από κοινού η νεοσύστατη ΓΣΕΕ και το επίσης νεοσύστατο ΣΕΚΕ. Η επίδραση του ΣΕΚΕ είναι εμφανής και στο διεκδικητικό πλαίσιο της Πρωτομαγιάς, που εν μέρει πολιτικοποιείται. Η ΓΣΕΕ κήρυξε γενική πανελλαδική απεργία, με αιτήματα αιχμής την αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή μισθών και ημερομισθίων, την καθιέρωση του 8ωρου και της κοινωνικής ασφάλισης. Τα αιτήματα που ξέφευγαν από το πλαίσιο των διεκδικήσεων που είχαν να κάνουν άμεσα και αυστηρά με την καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας, αφορούσαν στην ανάκληση των ελληνικών στρατευμάτων από τη νεαρή Σοβιετική Ρωσία, που δεχόταν λυσσαλέα επίθεση και στην αναγνώριση της σοβιετικής εξουσίας.

Παρά την απαγόρευση της κυβέρνησης του Ελ. Βενιζέλου, οι συγκεντρώσεις σε Αθήνας και Πειραιά έγιναν. «Η Πρώτη Μαΐου - τόνιζε στην προκήρυξή του το ΣΕΚΕ - πρέπει να είναι και δι' ημάς, όπως είναι και διά τους εργάτας όλου του κόσμου, η ημέρα της κοινής εκδηλώσεως των πόθων μας, τους οποίους όλο το έτος ζητούμεν και διαλαλούμεν με τας οργανώσεις μας, τα βιβλία μας, τας εφημερίδας μας, τας διαλέξεις μας και με όλον εν γένει τον αγώνα που διεξάγομεν κατά των εκμεταλλευτών».

Η πρώτη ματωμένη Πρωτομαγιά στην Ελλάδα ήταν αυτή του 1924. Η συγκέντρωση διοργανώθηκε από το Εργατικό Κέντρο Αθήνας στην πλατεία Κοτζιά και πραγματοποιήθηκε παρά την απαγόρευση της κυβέρνησης Παπαναστασίου, που δεν έκατσε βέβαια με σταυρωμένα χέρια. Διέλυσε βίαια τη συγκέντρωση, με συνέπεια να χάσει τη ζωή του ο εργάτης Σωτήρης Παρασκευαΐδης και δεκάδες άλλοι να τραυματιστούν.

Επόμενος σημαντικός σταθμός ο Μάης του 1936. Οι καπνεργάτες στη Θεσσαλονίκη βρίσκονται από καιρό σε απεργιακές κινητοποιήσεις που πνίγηκαν στο αίμα. Σε μία από αυτές τις κινητοποιήσεις χτυπιέται βάναυσα και πέφτει νεκρός ο εργάτης Τούσης. Η εικόνα της μάνας που σπαράζει πάνω από το άψυχο κορμί του συγκλονίζει και εμπνέει στον ποιητή της Ρωμιοσύνης, τον Γιάννη Ρίτσο, τον πολυτραγουδισμένο «Επιτάφιο», που γράφεται μέσα σε μία νύχτα και δημοσιεύεται την επόμενη μέρα στο «Ριζοσπάστη» της εποχής.

Οκτώ χρόνια μετά. Πρώτη Μάη του 1944. Η μοναδική Πρωτομαγιά στην ιστορία της χώρας που βάφτηκε με τόσο πολύ αίμα. Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής από τα γερμανικά πολυβόλα πέφτουν νεκροί 200 κομμουνιστές.

Πρωτομαγιά, εργατική Πρωτομαγιά αύριο. Ηδη από το 1913 ο Κωστής Παλαμάς γράφει το υπέροχο ποίημά του "Εμείς οι εργάτες είμαστε" (μελοποιημένο το 1944 από τον Αλέκο Ξένο).

"Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας/

ποτίζουμε τη γη για να γεννά/

καρπούς, λουλούδια, τ' αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας/

φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η αργατιά.

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας/

ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί/

πιο δυνατά κι από τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας/

και με όλο τ' αλυσόδεμα, σκάφτουν και η γη πλουτεί/

στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη, νόμοι/

στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή. /

Αγκαλιαστείτε αδέλφια ορθοί/

Με μια καρδιά, μια γνώμη, /

Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, προκοπή".

Μας το θύμισε ο ποιητής και προγραμματιστής Παναγιώτης Καραβασίλης σε κείμενο που μας έστειλε για τις ιστορικές μνήμες της Πρωτομαγιάς, θυμίζοντάς μας παράλληλα την εξέγερση των εργατριών, το 1891, στο εργοστάσιο κατασκευής σπίρτων των Μπράγιαντ και Μέι στο Λονδίνο. Με τον τίτλο "Λευκή δουλεία στο Λονδίνο" η Ανι Μπεζάντ κυκλοφόρησε άρθρο σε εφημερίδα, στο οποίο άρχιζε κάπως έτσι: "Γεννημένες στις φτωχογειτονιές, σπρώχνονται παιδούλες ακόμα στη δουλιά, καχεκτικές γιατί δεν τρέφονται καλά, καταπιέζονται, απροστάτευτες καθώς είναι και διώχνονται όταν πια δεν έχουν τη δύναμη να προσφέρουν αρκετά. Ποιος νοιάζεται αν οι σπιρτούδες πεθαίνουν ή μένουν στο δρόμο, μια και οι μέτοχοι παίρνουν τα ποσοστά τους;". "Αυτό το σχόλιο ήταν η φωτιά για την πορεία των εργατριών προς το Κοινοβούλιο", γράφει ο Π. Καραβασίλης. Την επαύριο οι απολύσεις και η τρομοκρατία. Αργότερα η συμφωνία για τις συνθήκες εργασίας. Κατακτήσεις αργές, ποτισμένες με αίμα και δάκρυα.

Εμείς να συμπληρώσουμε ότι η πρώτη απεργία εργατριών στην Ελλάδα έγινε το 1892 στον Πειραιά από τις υφάντριες του εργοστασίου Ρετσίνα.

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Εργατικό κίνημα και ιστορικές Πρωτομαγιές

Η κορύφωση του αιματοβαμμένου με το άλικο αίμα των εργατών Μάη του '36

Την Πρωτομαγιά του 1911 η Θεσσαλονίκη γνώρισε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις, μετά από κάλεσμα της «Φεντερασιόν» και της βουλγαρικής σοσιαλιστικής ομάδας. Πάνω από 20.000 εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν για να διαδηλώσουν στην Πλατεία Ελευθερίας. Αφάνταστο νούμερο για εκείνους τους χρόνους που η Θεσσαλονίκη είχε περίπου 180 χιλιάδες κατοίκους.

Οι πρωτομαγιάτικες κινητοποιήσεις των εργαζομένων της Θεσσαλονίκης στις αρχές του αιώνα και οι αγώνες τους αποτελούν την απαρχή των αγώνων που κορυφώνονται στο μεσοπόλεμο με την εξέγερση του προλεταριάτου της πόλης το Μάη του 1936.

Από τη δεκαετία του 1880 η Θεσσαλονίκη γνώρισε μια εντυπωσιακή βιομηχανική ανάπτυξη, σύμφωνα τουλάχιστον με τα οθωμανικά κριτήρια της εποχής. Σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις, στις αρχές του 20ού αιώνα απασχολούνταν στη βιομηχανία 20.000 εργάτες και στις μεταφορές 5.000. Στα νηματουργεία της πόλης στα 1880 και τα επόμενα είκοσι χρόνια τα τρία τέταρτα των εργατικών χεριών ανήκαν σε νέα κορίτσια, ηλικίας δέκα έως δεκαοχτώ χρόνων. Οι υφαντές και οι υφάντριες εργάζονταν δεκαπέντε ώρες την ημέρα το καλοκαίρι και δέκα ώρες το χειμώνα1.

Το εργατικό κίνημα και η «Φεντερασιόν»

Από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβρη του 1908 ένα πρωτόφαντο απεργιακό κύμα απλώνεται σε όλες τις σημαντικές πόλεις του οθωμανικού κράτους -στη Μακεδονία η απεργία είναι γενική, συμμετέχουν κάπου 30.000 εργάτες, το σύνολο ουσιαστικά των εργατών της περιοχής. Οι απεργίες και διαδηλώσεις για καλύτερους μισθούς, γρήγορα έχουν αποτελέσματα. Οι εργάτες του μύλου «Αλλατίνη», μετά από δύο βδομάδες κινητοποιήσεις καταφέρνουν να αποσπάσουν αυξήσεις μέχρι και 50%.

Ο κύριος κορμός του προλεταριάτου ήταν ισραηλίτικης καταγωγής, την πιο ολοκληρωμένη πολιτική οργάνωση με σοσιαλιστικό προσανατολισμό είχαν οι εργαζόμενοι της μικρής βουλγάρικης κοινότητας. Την πιο προοδευτική τάση της ισραηλίτικης κοινότητας την αποτελούσαν μετανάστες, δάσκαλοι - ανάμεσά τους και ο Αβραάμ Μπεναρόγια - και λίγοι εργάτες, που δεν περιορίζονταν σε στενά οικονομικές διεκδικήσεις, αλλά μιλούσε για σοσιαλισμό και πάλη των τάξεων.

Στην αρχή, η τάση αυτή με τη σύμπραξη των «στενών» ιδρύουν την Ενωμένη Εργατική Σοσιαλδημοκρατική ομάδα, αλλά λίγους μήνες μετά η οργάνωση διαλύεται και οι μεν «στενοί» δημιουργούν τη Βουλγάρικη Σοσιαλδημοκρατική ομάδα, ενώ οι σύντροφοι του Μπεναρόγια ιδρύουν την Εργατική Λέσχη.

Τέλος, τον Αύγουστο του 1909 γίνεται το ιδρυτικό συνέδριο της «Φεντερασιόν».

Στα 1910 η «Φεντερασιόν» θα επηρεάζει τα ισραηλίτικα σωματεία καπνεργατών, εμποροϋπαλλήλων, εργατών σιγαρόχαρτων ΛΟΥΞ και ΑΒΕΝΙΡ, τα βουλγαρικά σωματεία τυπογράφων, υποδηματεργατών, χαλκουργών και ραπτεργατών. Επίσης, μεικτά σωματεία μεταλλουργών, λευκοσιδηρουργών, υφαντουργών, λατόμων. Ο χαρακτήρας της «Φεντερασιόν» είναι ήδη πολυεθνικός, ο μικρός ελληνικός πυρήνας του μεικτού συνδικάτου των ξυλουργών είναι από τους δυναμικότερους, ενώ υπάρχει και ένας μουσουλμανικός πυρήνας.

«Στη Θεσσαλονίκη, γράφει ο Μπεναρόγια, ξεχωρίζουν μέσα στους 30.000 εργάτες οι εμποροϋπάλληλοι, το σωματείο τους ιδρύθηκε το Σεπτέμβρη του 1908 από 550 άτομα, αλλά μέσα σε τρία χρόνια συγκέντρωσε 1.500 άτομα όλων των εθνοτήτων...». Δίπλα του, το σωματείο καπνεργατών συγκεντρώνει 3.200 ενεργά μέλη, Ελληνες, μουσουλμάνοι, ισραηλίτες, εξαρχικοί (Σλαβομακεδόνες).

Η πρώτη εφημερίδα της «Φεντερασιόν» είναι η «Χορνάλ ντε Λαβοραδόρ» - Εφημερίδα του εργαζόμενου, που εκδίδεται από το Σεπτέμβρη του 1909 σε τέσσερις γλώσσες (ισπανοεβραϊκή, ελληνική, βουλγαρική, τουρκική).

Η σκέψη του Μαρξ γίνεται γνωστή στους ισραηλιτικούς κύκλους της Θεσσαλονίκης από μια επιλογή από το Μανιφέστο και το Κεφάλαιο ιδίως, λίγο πριν κλείσει η εφημερίδα. Από τα 1910 θα αρχίσουν να παραμερίζονται από την ηγεσία της «Φεντερασιόν» τα πρώτα αστικής ιδίως ή μικροαστικής προέλευσης ηγετικά στελέχη. «Τώρα θα είναι νέοι άνθρωποι, οι βγαλμένοι στην επιφάνεια από τους απεργιακούς αγώνες του 1908 - 1909, που θα ζητήσουν να κυριαρχήσουν. Η όλη ιδεολογία της οργάνωσης θα γίνει καθαρότερα μαρξιστική, αυξάνεται το κύρος του επιστημονικού σοσιαλισμού»3.

Το 1912 η «Φεντερασιόν» είχε αναπτύξει τους δεσμούς της με το ελληνικό και τουρκικό εργατικό στοιχείο, πράγμα που δεν το είχε καταφέρει στα πρώτα χρόνια της δράσης της.

Η «Φεντερασιόν» πέραν του καθαρά συνδικαλιστικού και πολιτικού της αγώνα διοργανώνει γιορτές και θεατρικές παραστάσεις, γίνονται ομιλίες από διανοούμενους, δημιουργεί καταναλωτικό συνεταιρισμό.

Με τους Βαλκανικούς πολέμους το εργατικό -συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται μπροστά σε νέες προκλήσεις, καθώς η Θεσσαλονίκη αποτελεί στο εξής ελληνικό έδαφος.

«Η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε μέσα στον οθωμανικό κόσμο το επίκεντρο των πιο γόνιμων προσπαθειών για την άρση των εθνικών διαφορών και πολλές σημαντικές σοσιαλιστικές οργανώσεις δημιουργήθηκαν εκεί», γράφει στο «Πρώτοι καπνοί από τα εργοστάσια», ο Donald Quataert.

Στα 1910 εκτός του Τύπου της «Φεντερασιόν» εκδιδόταν και μια βουλγαρική σοσιαλιστική εφημερίδα στη Θεσσαλονίκη, ενώ έρχονταν από άλλες πόλεις πέντε αρμενικές σοσιαλιστικές εφημερίδες.

Πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις

Η πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση το 1909 στη Θεσσαλονίκη ήταν ιδιαίτερα μαζική και οργανώθηκε από τον Εργατικό Σύνδεσμο που μαζί με το Σοσιαλιστικό Κέντρο θα δημιουργήσουν στις 24 Ιούλη του ίδιου χρόνου τη «Φεντερασιόν». Το έμβλημα του Εργατικού Συνδέσμου είναι: ένα χέρι με το σφυρί. Εκπληκτοι οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης βλέπουν τις κόκκινες σημαίες, τα λάβαρα, τη μουσική με εργατικά τραγούδια. «... Στο πλήθος υπάρχουν Βούλγαροι, Ελληνες, Τούρκοι και πολλοί Εβραίοι»2.

Την Πρωτομαγιά του 1910 θα γίνει συγκέντρωση από τη Φεντερασιόν στην πλατεία Ελευθερίας πρώτα και ύστερα στο καφενείο Κρυστάλ, όπου μίλησε ο σοσιαλιστής ηγέτης και θεωρητικός του βαλκανικού σοσιαλισμού Christian Rakovski.

Την επόμενη χρονιά θα γίνει η μαζικότερη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση που θα γνωρίσει η Θεσσαλονίκη. Οι ηγέτες της «Φεντερασιόν» θα γράψουν τα παρακάτω στον γενικό γραμματέα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς: «Ενας μεγάλος αριθμός μη συνδικαλισμένων εργατών πήραν μέρος στην κινητοποίηση. Σταμάτησε κάθε δραστηριότητα στην πόλη μας, γεγονός που υποχρέωσε τα περισσότερα αφεντικά να κλείσουν τα μαγαζιά τους και να πάρουν μέρος στη γιορτή σαν παρατηρητές. Ολες οι εθνότητες, από τις οποίες αποτελείται ο πληθυσμός μας ήταν παρούσες, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Η πορεία διέσχισε τους κεντρικούς δρόμους της πόλης μας, σταματώντας στα πιο πολυσύχναστα μέρη. Ο σύντροφός μας, ο βουλευτής Vlahov, εκφώνησε ένα σημαντικό λόγο στην πλατεία Ελευθερίας, μπροστά σε ένα κοινό 20.000 ατόμων».

Ακολουθούν, όμως, σοβαρά χτυπήματα από το νέο οθωμανικό καθεστώς σε βάρος συνδικαλιστών και κυρίως της «Φεντερασιόν». Παρά τις διώξεις που υφίστανται τα πιο προοδευτικά στοιχεία της εργατικής τάξης την επόμενη χρονιά, την Πρωτομαγιά του 1912 περισσότεροι από 7.000 εργάτες απείχαν από την εργασία τους.

Μετά το 1912 η κατάσταση της εργατικής τάξης της Θεσσαλονίκης συνεχίζει να είναι άθλια. Οι εργάτες δουλεύουν 16-18 ώρες τη μέρα με χαμηλές για την εποχή αμοιβές. Το 1914 γίνεται μεγάλη καπνεργατική απεργία και μετά μερικές μέρες αγώνων η εργοδοσία κάνει δεκτά μερικά από τα αιτήματα των απεργών. Ενα χρόνο πιο μπροστά στα γραφεία της «Φεντερασιόν» οι καπνεργάτες είχαν οργανωθεί και προχώρησαν σε συνέδριο1.

Με το πρόσχημα υπεράσπισης εθνικών συμφερόντων, το αστικό καθεστώς θα αρχίσει μια εκστρατεία άγριας καταστολής των εργατικών διεκδικήσεων, που θα διαρκέσει όλο το μεσοπόλεμο. Η εφημερίδα «Νέα Αλήθεια», για να υπονομεύσει τον αγώνα των εργαζομένων μιλάει για «ενεργούμενα των Βουλγάρων» και ξένους δάκτυλους. Συλλαμβάνονται και εξορίζονται στη Νάξο τα δύο ηγετικά στελέχη της «Φεντερασιόν» Μπεναρόγια και Γιονάς Αρδίτι, εκδότης της καθημερινής σοσιαλιστικής εφημερίδας «Αβάντι».

Με την κήρυξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η «Φεντερασιόν» όπως και οι «στενοί» και οι άλλες σοσιαλιστικές ομάδες, συγκροτούν ογκώδεις διαδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη με συνθήματα: «Κάτω ο πόλεμος - Ζήτω ο σοσιαλισμός». Καθοριστικός είναι ο ρόλος της «Φεντερασιόν» και για τη δημιουργία του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης και της ΓΣΕΕ. «Η κοινή συνισταμένη και η βάση ενότητας των εργαζομένων ήταν κάτω, και από την επίδραση της Οχτωβριανής Επανάστασης, η "τάξη" και όχι το "έθνος"», γράφει ο ιστορικός Σ.Μαρκέτος.

Από τα μαζικότερα ταξικά συνδικάτα είναι αυτό των τραμβαγιέρηδων, των σιδηροδρομικών, των αρτεργατών, των υποδηματεργατών. Καπνεργάτες και τροχιοδρομικοί δίνουν σκληρές απεργιακές μάχες, σχεδόν πάντα με επιτυχία και παρά την κρατική τρομοκρατία.

Το 1928 εντείνεται η κρατική τρομοκρατία και διαγράφονται από τη ΓΣΕΕ τα σωματεία με ταξικό προσανατολισμό. Οι δυνάμεις καταστολής σε κάθε εργατική κινητοποίηση τραυματίζουν, συλλαμβάνουν και βασανίζουν άγρια απεργούς και άλλους εργαζόμενους. Παρ' όλα αυτά, σε εκδήλωση στις παραμονές των δημοτικών εκλογών του 1929, πολλές εκατοντάδες γυναίκες φωνάζουν το σύνθημα: «Ζήτω η Σοβιετική Ενωση», ο ρωσικός Οχτώβρης ακτινοβολεί με την παρουσία του...

Καταστροφικές επιπτώσεις στην οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκης έχει η κρίση του καπιταλισμού, το μεγάλο κραχ του 1929, με αποτέλεσμα το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων να οδηγείται στην εξαθλίωση4. Οι άνεργοι που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις της Επιτροπής Ανέργων συλλαμβάνονται και στέλνονται στα ξερονήσια. Γενικά όλη αυτή την περίοδο, οι κεφαλαιοκράτες που απολαμβάνουν τεράστια κέρδη, μόνο μετά από τους σκληρούς αγώνες των εργαζομένων αναγκάζονται να παραχωρήσουν ένα ελάχιστο μερίδιο από τον πλούτο τους.

Τον Απρίλη του '34, στη Θεσσαλονίκη, πολλές χιλιάδες εργαζόμενοι διαδηλώνουν ενάντια στις ξένες εταιρίες και γίνεται πανοικοδομική απεργία. Καπνεργάτες, εργάτες μετάλλου, λιμενεργάτες, υποδηματεργάτες απεργούν, ενώ συνδικαλιστές εκτοπίζονται στη Γαύδο και την Ανάφη.

Στο 1ο Καπνεργατικό Συνέδριο που γίνεται τον Απρίλη του 1936 στη Θεσσαλονίκη επιτυγχάνεται η ενότητα και αποφασίζονται κινητοποιήσεις που, παρά την τρομοκρατία φουντώνουν και παίρνουν πρωτοφανείς διαστάσεις.

Τα γεγονότα του Μάη 1936

Το χρονικό των γεγονότων του ξεσηκωμού των εργαζομένων της Θεσσαλονίκης έχει ως εξής:

Τετάρτη, 29 Απριλίου: Περίπου 12.000 καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, αρχίζουν μεγάλη απεργία με αιτήματα την αύξηση του μεροκάματου, όχι στα ανθυγιεινά υπόγεια και τρώγλες, όπου φθείρεται η υγεία τους και αναπτύσσεται η φυματίωση, ικανοποιητική σύνταξη στους φυματικούς, βοηθήματα στους ανέργους κλπ.

Πέμπτη, 30 Απριλίου: Η απεργία απλώνεται σ' όλη τη χώρα. Αναπτύσσεται μεγάλο κίνημα αλληλεγγύης στους απεργούς.

Δευτέρα, 4 Μαΐου: Μια μεγάλη πορεία καπνεργατών συγκρούεται με την αστυνομία και τραυματίζεται σοβαρά μία απεργός.

Τρίτη, 5 Μαΐου: Ολο και πιο δυναμικός γίνεται ο αγώνας των καπνεργατών, ενώ συμμετέχουν με δυναμικές κινητοποιήσεις οι κλωστοϋφαντουργοί, οι χαρτεργάτες, οι τσαγκάρηδες και οι λαστιχάδες.

Τετάρτη, 6 Μαΐου: Η αστυνομία επιτίθεται με μένος κατά των απεργών. Γράφει σχετικά ο «Ρ» δύο μέρες μετά: «Η αστυνομία έδειξε σήμερα καθαρά πως παίζει τον ρόλο του υπηρέτη του καπνεργατικού και του άλλου κεφαλαίου. Με αγριότητα και βανδαλισμούς επιτέθηκε κατά των αόπλων καπνεργατών και καπνεργατριών, των υφαντουργών, των μικρών κοριτσιών (12 έως 15 χρόνων) και τους αιματοκύλησε. Επί 3,5 ώρες, η Θεσσαλονίκη βρισκότανε σε κατάσταση μάχης, μεταξύ των δυνάμεων της αστυνομίας και ενός μέρους της εργατικής τάξης».

Απεργίες συμπαράστασης ετοιμάζουν τα συνδικάτα Οικοδόμων, Ηλεκτρισμού, Δέρματος, Οικοδόμων, αρτεργατών, Κουρέων. Οι φοιτητές συμμετέχουν ενεργά στον εργατικό αγώνα.

Παρασκευή, 8 Μαΐου: Η κυβέρνηση αποφασίζει την ολοκληρωτική καταστολή των κινητοποιήσεων.

Σάββατο, 9 Μαΐου: Αρχίζει μεγάλη πανεργατική απεργία και, περίπου, 30.000 εργαζόμενοι κατακλύζουν το κέντρο της πόλης. Η αστυνομία εξαπολύει συνεχείς επιθέσεις και δολοφονεί στη διασταύρωση των οδών Συγγρού και Πτολεμαίων τον Τάσο Τούση. Στην Εγνατία η αστυνομική βία συνεχίζεται και γίνεται νέο αιματοκύλισμα. Δώδεκα εργάτες δολοφονούνται, 32 τραυματίζονται βαριά και 250 ελαφρά. Μόλις γίνεται γνωστό το μακελειό στις συνοικίες της πόλης, οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα και ο λαός κατεβαίνει στο κέντρο με συνθήματα «Κάτω οι δολοφόνοι».

Για 36 ώρες η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στα χέρια του λαού, η αστυνομία κλείνεται στα Τμήματα. Στην κηδεία των θυμάτων συμμετέχει μια λαοθάλασσα 150.000 ανθρώπων, σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού της πόλης. Ψάλλουν το Πένθιμο Εμβατήριο. Αξιωματικοί και φαντάροι αγκαλιάζονται με τους πολίτες. Οι γυναίκες από τα μπαλκόνια της πόλης ραίνουν τους διαδηλωτές με λουλούδια. Οι εργάτριες στολίζουν με λουλούδια τις κάννες των όπλων της στρατιωτικής δύναμης που ακολουθούσε τη διαδήλωση.

Τρίτη, 12 Μαΐου: Η κυβέρνηση Μεταξά απαλλάσσει την αστυνομία από τις βαριές της ευθύνες και διατάσσει τη σύλληψη εργατών και συνδικαλιστών και τους εκτοπίζει. Το αστικό καθεστώς κλονίζεται και λίγο καιρό αργότερα ο Μεταξάς κηρύσσει φασιστική δικτατορία.

 

 

 

 

 

 

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944

 

 

Ξυλογραφία του Α. Τάσσου, στη μνήμη των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής

«Θυσιαστήριο της Λευτεριάς»

Τέτοια μέρα δεν ξανάζησε η Καισαριανή...

Γεμάτη θάνατο...

Γεμάτη περηφάνια...

«...Οι άντρες βγάζανε στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε λουλούδια κι όλοι ήταν θαρρείς σαν υπνωτισμένοι απάνω από τις σταγόνες το αίμα τους, που 'τρεχε κι έπηζε κι η γης δεν το έπινε και γινότανε αυλάκια... Μέσα στο χώρο της εκτέλεσης, οι εργάτες του δήμου κουβάλησαν από το δίπλα χωράφι με φτυάρια πολύ χώμα για να ρουφήξει το αίμα...». Λέει ο Θανάσης, για την Πρωτομαγιά του 1944, στο βιβλίο της Μέλπως Αξιώτη, «Πρωτομαγιές».

Συγκλονιστική η θυσία των 200 κομμουνιστών, από την Ακροναυπλία και την Ανάφη, που πλήρωσαν με τη ζωή τους το θάνατο του Γερμανού στρατηγού...

Κανείς δεν ήξερε, κανείς δε φανταζόταν, κανείς δεν μπορούσε να βγάλει σωστά το «λογαριασμό», πόσο κοστίζει σε ελληνικό αίμα ένας στρατηγός του Χίτλερ... Μέχρι, που βγήκε η διαταγή...

«Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μίας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανό στρατηγό και τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτες. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν:

1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944.

2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωρίων.

Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί (σ.σ. ταγματασφαλίτες και λοιποί "πατριώτες") εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.

Ο στρατιωτικός διοικητής Ελλάδος».

Και ήτανε μουντή, λένε, εκείνη η Πρωτομαγιά... Σαν να θρηνούσε ο ουρανός το θάνατο των 200 παλικαριών...

Ο δρόμος από το Χαϊδάρι μέχρι την Καισαριανή γέμισε ρούχα, σημειώματα, περηφάνια και πατριωτισμό. Κανείς δε λύγισε. Κανείς δε ζήτησε να του χαριστεί η ζωή. Μόνο εκδίκηση ζητούσαν και αγώνα για τη λευτεριά. Αλλωστε, η ζωή κατακτάται, δε χαρίζεται...

Στην πρώτη γραμμή ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο κομμουνιστής, ο οποίος μπορούσε να ζήσει και να πάει άλλος στο εκτελεστικό απόσπασμα στη θέση του, απέδειξε το μεγαλείο του, λέγοντας ΟΧΙ...

Τα σημειώματα γράφτηκαν με αίμα, πάνω σε κομμάτια από ύφασμα και ρίχτηκαν στο δρόμο. Παράκληση στους περαστικούς, να γίνουν αγγελιοφόροι θανάτου, στις οικογένειες των ηρώων...

«Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος» (Νίκος ΜΑΡΙΑΚΑΚΗΣ).

«Αγαπημένοι μου, ο θάνατός μου δε θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη που διεξάγετε. Σφίξτε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια απ' τη νέα δοκιμασία. Ετσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ. Με πολλή αγάπη. Σας φιλώ Μήτσος ΡΕΜΠΟΥΤΣΙΚΑΣ».

«Φώτην Σουκατζίδην, Αρκαλοχώρι, Ηρακλείου, Κρήτης,

Πατερούλη,

Πάω για εκτέλεση, να 'σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου. Ν' αγαπάς και να λατρεύεις την κορούλα σου και την αδερφούλα μου, κι οι δυο μεγάλοι άνθρωποι.

Γεια, γεια πατερούλη. Ναπολέων ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ».

Σημειώματα, ελπίδα για το μέλλον. Δεσμευτικά για τη συνέχιση του αγώνα μέχρι τη λευτεριά...

Δέκα φορτηγά χρειάστηκαν, να μεταφέρουν τους διακόσιους, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η είδηση για την εκτέλεση διαδόθηκε σαν αστραπή. Πλήθος κόσμου μαζεύτηκε κι έψαχνε αν είναι κάποιος δικός του στα καμιόνια του θανάτου.

Και έφτασαν στον τόπο της θυσίας. Ανά εικοσάδες γίνονταν οι εκτελέσεις. Δέκα φορές. Κι ο τοίχος της Καισαριανής κόκκινος. Το αίμα ζεστό κι υπάλληλοι του δήμου, να προσπαθούν να το μαζέψουν. Οι μελλοθάνατοι 'βαζαν τους νεκρούς στα φορτηγά. Πολλοί δεν πέθαναν αμέσως. Ξεψύχησαν στο δρόμο. Ηρωικές και οι τελευταίες τους λέξεις, «Ζήτω η λευτεριά. Εκδίκηση. Πεθαίνουμε για τη λευτεριά και τη λαοκρατία. Ζήτω το ΕΑΜ».

Κατάρες κι αναθέματα αντηχούσαν στην Καισαριανή. Θρήνος και οδυρμός ζωγράφιζαν εκείνη τη μέρα με τα πιο σκοτεινά χρώματα κι έγραφαν με το αίμα των 200 κομμουνιστών τις πιο περήφανες σελίδες της νεότερης ιστορίας.

Απομεσήμερο Δευτέρας, τέλειωσαν οι εκτελέσεις. Και οι 200. Μέχρι το βράδυ, λένε, τους είχαν θάψει όλους. Διακόσιοι τάφοι άνοιξαν, δεν μπόρεσαν όμως να θάψουν το κουράγιο, την ανδρεία και την αυταπάρνηση των αγωνιστών της Καισαριανής. Διακόσιοι θάνατοι, που ανάστησαν τη φλόγα για τη λευτεριά...

Κάθε χρόνο, στο Σκοπευτήριο, τον ιερό εκείνο τόπο της θυσίας των αγωνιστών της πατρίδας, γίνεται προσκλητήριο νεκρών, φόρος τιμής σ' εκείνους, που δέχτηκαν περήφανα το θάνατο, για να μας θυμίζει το καθήκον μας, για να μην ξεχνάμε τις υποχρεώσεις μας...

«...Μόνο θυμηθείτε το αν η ελευθερία δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας». ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ...

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944

Οι 200 της Καισαριανής είναι αθάνατοι...

«

...Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα, / μόν' ήρθαν μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι. Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ' όλους / κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος...»1. Οι 200 της Καισαριανής ζουν. Η Πρωτομαγιά του 1944 ήταν κόκκινη, κόκκινη σαν το αίμα τους που πότισε το Σκοπευτήριο, κόκκινη σαν τα υψηλά ιδανικά των κομμουνιστών.

Οι 200 είναι Αθάνατοι. Εκτελέστηκαν μα δεν πέθαναν. Μέχρι σήμερα τους ακούμε: «Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί. / Γυμνοί: κατάσαρκα φορώντας σημαίες -/ η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο. / Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα. / Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες / αγγίζοντας με τα φτερά τους τον ανατέλλοντα πυρφόρον./ Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς να ανοίγουν στο μέλλον. Εμείς / μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνο θυμηθείτε το: αν η ελευθερία / δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, / εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας»2.

Πράξη πρώτη

Η είδηση είχε φτάσει μια μέρα πριν και οι εφημερίδες της εποχής γνωστοποιούσαν: «Την 27.4.44 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και 3 συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίσθησαν.

Ως αντίποινα θα εκτελεσθούν:

1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944.

2) Ο τυφεκισμός όλων των ανάνδρων τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς την Σπάρτην έξωθεν των χωριών».

Ο Θ. Κορνάρος γράφει3: «Ο διοικητής του Χαϊδαρίου (σ.σ. του στρατοπέδου όπου ήταν φυλακισμένοι Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης) δεν είχε κανένα δικαίωμα ν' αλλοιώσει τη σύνθεση του καταλόγου. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι ν' αντικαταστήσει έναν ορισμένο αριθμό ονομάτων με άλλα(...) Ο διοικητής απάν' στη βιάση του φώναξε το επίθετο του Ναπολέοντα (...)Οχι. Οχι εσύ Ναπολέων(...) Το στρατόπεδο αναταράσσεται.

Ως ετούτη τη στιγμή αιτία της αναταραχής είναι η αγωνία και ο φόβος για τη ζωή του "Παιδιού". Ο Ναπολέων απαντά στο διοικητή. Κι όλα τα αυτιά είναι τεντωμένα και αφουγκράζονται. Οσοι ξέρουν γερμανικά μεταφράζουνε την ίδια στιγμή τα λόγια του: Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή μόνο με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!...

Το στρατόπεδο ξεχνά τον κανονισμό, ξεχνά τη θέση του, ξεπερνά κάθε όριο πειθαρχίας και χειροκροτά σαν ηλεχτρισμένο την αποκάλυψη. Την κρυμμένη ψυχή της Ελλάδας που κάνει την παρουσία της. Οι Γερμανοί σαστίζουν, κοιτάζονται και σα νευρόσπαστα χτυπούνε τα τακούνια και στέκονται προσοχή!...».

Από καρδιάς...

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης στο δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα γράφει στον πατέρα του: «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να 'σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου». Στην αρραβωνιαστικιά του: «Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα 'θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου». Το ίδιο δωρικά και τα γράμματα των άλλων ηρώων. Ο Ηπειρώτης δάσκαλος Κώστας Τσίρκας: «Πρωτομαγιά. Γεια σας, όλοι πάμε στη μάχη».

Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας: «Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές». Ο Νίκος Μαριακάκης: «Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος». Ο νεαρός Δημήτρης Σοφής από την Πεντέλη με μόλις οκτώ λέξεις: «Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα»4.

Πράξη δεύτερη

Ηταν, γράφει ο Ν. Καραντηνός5, «μέρα μουντή πνιγμένη στην ομίχλη. Λένε όσοι τη ζήσανε, πως το πρωινό εκείνο πνιγόσουν. Δεν ανάσαινες. Ηταν Δευτέρα. Ηταν Πρωτομαγιά του 1944. Και το ημερολόγιο έλεγε πως ο ήλιος θα 'βγαινε στις 5.33΄... Από την Κυριακή κιόλας το ρολόι της ζωής για 200 παλικάρια είχε αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση.

Ηταν 200 αντιφασίστες. Δεσμώτες όλοι της Ακροναυπλίας κι εξόριστοι της Ανάφης, που η μεταξική δικτατορία τους είχε παραδώσει στους χιτλερικούς. Μια τραγωδία με 200 πρωταγωνιστές... Από τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ως το νεολαίο το Σοφή. Η πρώτη πράξη γράφτηκε χαράματα, στο Χαϊδάρι. Στο προσκλητήριο του θανάτου. Με την ιαχή της λευτεριάς. Κι η άλλη, όλο το πρωινό, στην αδούλωτη γειτονιά της Καισαριανής: Το Σκοπευτήριο.

(...) Ο Στέλιος Φραγκίσκος, Ακροναυπλιώτης, θυμόνταν: "Τέτοιο δράμα, τέτοια μέρα η Καισαριανή δεν την ξανάζησε. Περιμένοντας να ακούσει 10 φορές την ομοβροντία και δέκα φορές τις χαριστικές βολές, που τις διέκοπταν τα τραγούδια κι οι ζητωκραυγές των μελλοθάνατων".

(...) Η Μαίρη Παρασκευοπούλου ήταν τότε 14 χρόνων. Είχε βρεθεί σε μια ταράτσα. Και καθώς θυμάται κόντευε μεσημέρι. Ηταν η ταράτσα του αστυνομικού Θάνου. Από εκεί με τα κιάλια παρακολουθούσαν. Διέκρινες μια ομάδα να σηκώνει τα χέρια. Είδε τα χέρια ψηλά με τ' άσπρα πουκάμισα. Και είχε καρφωθεί στη μνήμη της η κραυγή και μια ριπή: Αδέλφια Γεια σας. Και με το Γεια σας η ριπή. Κι αμέσως μετά οι χαριστικές βολές».

Τα κορμιά των 200 της Καισαριανής μάτωσαν το χώμα του Σκοπευτηρίου. Τους είχαν χωρίσει σε εικοσάδες. Ο Ν. Σουκατζίδης είχε μείνει στην τελευταία για να μεταφράζει.

Το κάλεσμα του ΕΑΜ

Το ΕΑΜ, λίγες μέρες μετά, σε ανακοίνωσή του γράφει για τις «ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ Ο ΚΑΘΕ ΑΘΗΝΑΙΟΣ»: «...Ποια ηθική, ποιο δίκιο, ποια λογική λέει πως όταν δυο στρατοί πολεμούν εκείνος που χάνει στη μάχη έχει το δικαίωμα να σκοτώνει ανθρώπους που κάθουνται χιλιόμετρα μακριά; Να τουφεκίζει κρατούμενους που όντως ήταν τα θύματα της βασιλομεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και βρίσκονται φυλακή από το 1936 κι επομένως δεν μπορούσαν να είχαν καμιά σχέση με την οργάνωση των μαχών;

(...) Η φρικώδης και πρωτάκουστη τρομοκρατία που εξασκεί στην Ελλάδα ο καταχτητής με τη βοήθεια γερμανοράλληδων δεν είναι στην ουσία αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ εδώ και στην ύπαιθρο. Αυτό είναι απλή δικαιολογία. Γίνεται για να τρομοκρατηθεί ο λαός να σταματήσει την αντίστασή του και να πραγματοποιήσουν ανενόχλητοι οι καταχτητές την επιστράτευση και τη ληστεία του τόπου μας.

ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ,

Η στιγμή είναι κρίσιμη. Αν σκύψουμε το κεφάλι είμαστε χαμένοι. Τα θύματα του αγώνα είναι πολύ λιγότερα από τα θύματα της επιστράτευσης, από τα θύματα της πείνας. Οι κρεμασμένοι και τουφεκισμένοι ήρωες, τα καμένα μας χωριά φωνάζουν. Μην αφήστε τη θυσία μας να πάει χαμένη! Μην υποταχθείτε! Αγωνιστείτε για να μη γίνει η επιστράτευση. Αγωνιστείτε για τη ζωή σας. Εκδικηθείτε μας. Αγωνιστείτε για να σταματήσουν οι σφαγές».

 

Επικοινωνία

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΧΑΝΙΩΝ
 
Τηλ. / Fax 2821046468
 
 
Μπουνιαλή 13-19 Εμπορικό κέντρο "Ερμής" Χανιά
T.K. 73134
AIzaSyADx8rnHUkLUWibRmWx-ISISFPAh0GlxnA